Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ημερομηνία δημοσίευσης: 15/07/2012
Του Βασίλη Μουλόπουλου
Οι νέες διαχωριστικές γραμμές εξακολουθούν να είναι φτιαγμένες από τα ίδια παλαιά υλικά: εισοδήματα, εργασία, υγεία, παιδεία, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, ασφάλεια, σύνταξη. Οι ανισότητες μεγαλώνουν, οι αντιθέσεις εκρήγνυνται
"Η πάλη των τάξεων έχει τελειώσει και ο 21ος αιώνας δεν θα γνωρίσει τη σύγκρουση του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό", ανακοίνωσε στο κατώφλι της νέας χιλιετίας, τον Οκτώβριο του 1999, ο Τόνι Μπλερ.
Ήταν η εποχή που η "μονοταξική κοινωνία" σερβιριζόταν ως κυρίαρχο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο ενός κόσμου, στον οποίον θα υπάρχουν μόνο μεσαίες τάξεις, πολιτική έκφραση των οποίων θα είναι το "κοινωνικό ριζοσπαστικό κέντρο".
Έκτοτε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι της πολιτικής. Η εποχή της ευδαιμονίας, οι δεκαετίες του '80 και του '90, έχουν παρέλθει. Τη διαδέχθηκε η κόλαση που δημιούργησε η μητέρα όλων των κρίσεων. Η ανεργία, η κατεδάφιση των μισθών, η κατάργηση της αγοράς εργασίας, η διάλυση του κοινωνικού κράτους και η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου και του δημόσιου χώρου δεν έσπρωξαν μόνο στη ζώνη της απόλυτης φτώχειας τις ασθενέστερες τάξεις, έπληξαν και ένα μεγάλο μέρος των μεσαίων στρωμάτων, τα οποία προλεταριοποιούνται βίαια.
Αποτέλεσμα η διάλυση του ΠΑΣΟΚ, η διάσπαση και συρρίκνωση της Ν.Δ. και η γέννηση της ΔΗΜ.ΑΡ., ένα κόμμα του σωλήνα, που σχηματίσθηκε για να αντικαταστήσει στο αστικό μπλοκ το απαξιωμένο πολιτικά και ηθικά ΠΑΣΟΚ.
Και η μεσαία τάξη παραμένει το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και της ΔΗΜ.ΑΡ. Μεσαία τάξη που θέλει και ψηφίζει για ένα οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο ρυθμιζόμενο από το αόρατο χέρι της αγοράς.
Έτσι είναι επειδή έτσι τους αρέσει.
Η οικονομική κρίση, λέξη εξοστρακισμένη εδώ και δεκαετίες από το λεξιλόγιο της πολιτικής οικονομίας στις χώρες του παγκοσμιοποιουμένου καπιταλισμού, επιστρέφει για να ταράξει τον ευδαίμονα ύπνο όλων εκείνων που είχαν πιστέψει στο "τέλος της Ιστορίας". Καταστρέφει κράτη, πυρπολεί ανθρώπους, λαούς ολόκληρους.
Οι οικονομικές και κοινωνικές αναταράξεις ανακατεύουν τα μεσαία στρώματα. Το περίφημο κέντρο είναι μια κινούμενη άμμος με διαρκώς μεταβαλλόμενα όρια. Τα παιδιά των "νοικοκυραίων" νιώθουν στο πετσί τους τις νέες μορφές εκμετάλλευσης. Οι άνεργοι, οι συμβασιούχοι, οι μερικής απασχόλησης νέοι, οι απολυμένοι των 40 και 50 ετών είναι και μεσαία στρώματα που η κρίση έχει ισοπεδώσει.
Και σε αυτούς Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. δεν προσφέρουν ούτε διασφάλιση των ταξικών και προσωπικών συμφερόντων τους ούτε προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον. Βλέπουν ένα στατικό τοπίο και να το αναλύουν με προκατασκευασμένα στερεότυπα, είναι και οι τρεις φορείς της ίδιας ουσιαστικά ιδεολογίας και διαφέρουν μόνο στις λεπτομέρειες, στην πολιτική ρητορική και στον τρόπο εφαρμογής της. Διεκδικούν τον ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό χώρο μιας εικονικής πλέον κεντρώας κοινωνίας, χωρίς συγκρούσεις και αντιθέσεις.
Αλλά οι τάξεις είναι ξεροκέφαλες και εξακολουθούν να υπάρχουν.
Οι νέες διαχωριστικές γραμμές εξακολουθούν να είναι φτιαγμένες από τα ίδια παλαιά υλικά: εισοδήματα, εργασία, υγεία, παιδεία, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, ασφάλεια, σύνταξη. Οι ανισότητες μεγαλώνουν, οι αντιθέσεις εκρήγνυνται. Τα κόμματα πρέπει να διαλέξουν με ποιον είναι. Αυτή είναι η πραγματική κρίση των κομμάτων εξουσίας του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. Αυτό είναι το αδιέξοδο της ΔΗΜ.ΑΡ.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Ο Εμφυλιος των γενεων.


Η ηλικία και η πολιτική απρέπεια

 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01/07/2012
Του Δημήτρη Σεβαστάκη*

Το κομμάτι της πραγματικότητας που λέει ότι οι πάνω από 55-60 ετών ψήφισαν συντηρητικά, βυθίζοντας ξανά και με μανία τους νέους στο δανειοληπτικό και εν τέλει παραπολιτικό τέλμα
Το καινούργιο ασημένιο σεντάν κοκάλωσε στην κεντρική συνοικιακή λεωφόρο. Η κίνηση μπλόκαρε. Βγήκε η περιπτερού και έδωσε την απογευματινή συντηρητική εφημερίδα. Το λεωφορείο από πίσω σφύριξε. Ο γέρος έβρισε. Θεωρούσε αδιανόητο να ανυπομονεί κάποιος 8 το βράδυ να γυρίσει σπίτι του. Κοίταζα τον ζαρωμένο αντιπαθητικό καρπό να ακουμπάει στο παράθυρο. Ρολόι με ασημένιο μπρασελέ. Φρίκη. Μου θυμίζει εφορία επί χούντας ή κάτι που έχει σχέση με αγορά χαρτοσήμων. Πόσα τετραγωνικά θα είναι το αυθαίρετό του; Πότε καταπάτησε μέσω συνεταιρισμού το οικόπεδο στη Λούτσα; Ποιο βράδυ του '80 έριξε τα παράνομα μπετά; Πρέπει να μισώ τους γεννηθέντες το 1940; Αυτούς που μόλις προχθές, και εν μέσω κρίσης, εξήγαγαν 20.000 ευρώ στην Άπω Ανατολή ή τη Γερμανία αγοράζοντας στα 65 ή στα 70 τους καινούργιο αυτοκίνητο από το εφάπαξ; Αυτούς, που, θέλοντας να «προστατεύσουν» τη σύνταξή τους, το παλαιό δυάρι που νοικιάζουν σε Ρουμάνους, το οικόπεδο με το αυθαίρετο στη Λούτσα, το καινούργιο αμάξι euro 5, ψήφισαν τυφλά; Αυτούς που αψήφησαν τους φοιτητές, τους ντελιβεράδες, την κόρη μου, τους άνεργους διανοούμενους, τους νέους εργάτες, τις μονογονεϊκές ή στεγνές νέες οικογένειες;
Πρέπει να μισώ, για λογαριασμό κάθε αφανισμένου, αυτούς που ψήφισαν εναντίον της μεγάλης πραγματικότητας; Είναι πολιτική απάντηση η απέχθεια στον εγωπαθή γέρο; Αυτόν που γλύτωσε απ' όλα; Τον κεντρώο υποθηκοφύλακα όλων των συμβάσεων, κάθε μικροαστισμού, κάθε νοικοκυρίστικης αυτοσυντήρησης; Αυτόν που πήδαγε από νικητήρια παράταξη σε ανερχόμενη παράταξη, αυτόν που μπορούσε να κράζει την «επάρατο» Δεξιά και τώρα τον «λαϊκισμό» - αναλόγως συμφέροντος και δυσώδους ιδιοτέλειας;
 Δεν ξέρω αν η άσκηση αυτοσυγκράτησης απέναντι σε μια ιστορική λαϊκή κουτοπονηριά, απέναντι στην έξυπνη θέωση της αντιπαραγωγικότητας, απέναντι στο διαρκές ρουσφετολογικό τέχνασμα είναι πολιτική απάντηση.
Εκείνο που καταλαβαίνω είναι ότι δεν μπορεί να χτιστεί πολιτική απάντηση χωρίς να βάζει μέσα της, χωρίς να εσωτερικεύει και τις ενδιάμεσες ζώνες και τα γκρίζα στοιχεία που αφορούν αυτή την άτυπη, αλλά ευρεία παρεκτροπή.
 Την εκτροπή του αυτοαναφορικού ψηφοφόρου που βρίζει το ΠΑΣΟΚ μόνο όταν δεν του «τακτοποίησε» και τον γιο -εκτός από την κόρη και την ανιψιά- στον πολιτικά φιλικό δήμο. Αυτή την ακατάγραπτη, ψιθυριστή απρέπεια που συγκροτεί τον εμφύλιο φόβο των γενεών.
 Δεν ξέρω αν τα γενικά εργαλεία της Αριστεράς, τα μεγαλόσχημα και αβρόφρονα εργαλεία με τα οποία ηγείται των οραμάτων, των ψευδαισθήσεων και των κοινωνικών αγώνων, μπορούν να εξηγήσουν και να επιλύσουν, μέσα στην εργαστηριακή τους στιλπνότητα, ακουμπισμένα στην άσπρη αντιβακτηριδιακή πολιτική γάζα. Δίπλα στην τεχνική ανάλυση της μεγάλης σκέψης, της μεγάλης οικονομικής σύνθεσης, δεν ξέρω αν μπορεί να χωρέσει η ανάλυση της απλής απέχθειας.
Σίγουρα, όμως, αυτό το ημίαιμο και ημίφωτο κομμάτι πραγματικότητας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια ρητορική και ενίοτε συγχωρητική προσαρμογή στις γνωστές αριστερές κοινοτοπίες. Το κομμάτι της πραγματικότητας που λέει ότι οι πάνω από 55-60 ετών ψήφισαν συντηρητικά, βυθίζοντας ξανά και με μανία τους νέους στο δανειοληπτικό και εν τέλει παραπολιτικό τέλμα. Ε, αυτό πρέπει να το ξανασκεφτούμε αναθεωρητικά.
Πολλά έχουν πληρώσει οι «απέξω» και οι νέοι, στις εμμονές και στους φόβους των διπλανών τους. Άκομψο βέβαια να εντοπίζεις την ηλικία, δυσνόητο να εντάσσεις στην αριστερή μεθοδολογία βιοψυχολογικές και πολιτιστικές αναλυτικές παραμέτρους. 
Φυσικά. Όμως πολιτική ανάλυση που γίνεται σε συνθήκες εργαστηρίου χωρίς να βλέπει τη ζωή και την άδικη ζωή και τη απρεπή πλευρά της ζωής, δεν μου αρκεί.
  Σ' εμένα δεν αρκεί
. Ξέρω τη ζούγκλα, γνωρίζω αυτά τα υβρίδια των 32 χρόνων που γαντζώνονται ως σύμβουλοι και εξωπολιτικοί ειδικοί στις δομές εξουσίας. Γνωρίζω τη θανάτωση που προκαλούν οι δικές τους απολαβές και η αφόρητη, ποζάτη ανικανότητά τους στους ταπεινωμένους συνταξιούχους εργάτες.
 Γνωρίζω τους έξυπνους νεο-γέρους θηρευτές των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και της κατάλληλης γνωριμίας - κόμβου. 
 Βλέπω σ' αυτούς το διαλεκτικό ισοδύναμο του θρασύτατου τέως κατασκευαστή πολυκατοικιών
. Ξέρω ότι η εξουσιαστική κοινωνία εμπρόθετα βυθίζει στον εμφύλιο τα κομμάτια της, ότι κομματιάζει τα κομμάτια της. Και σκέφτομαι τα παιδιά, τους νέους ως απένταρους συνταξιούχους, μιξάρω τις ηλικίες, ενώνω τις αιτίες, συνδέω τις λύπες.
Ανάβει το πράσινο. Η αγωνία και η πολιτική απορία με γερνάει. Ή μάλλον καταφέρνω να εκνευρίζομαι με το διπλό γήρας
. Των όντως πολιτικά γέρων του συντηρητισμού και των στρεψόδικων, γηραλέων νέων του αριβιστικού αναλφαβητισμού. Κι αυτό με βοηθάει ν' αγαπήσω τους χαμένους. Να καταλάβω τη βαθιά και άχρονη ηλικία της ανθρωπιστικής απώλειας.
*Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, επ. καθηγητής ΕΜΠ
dsevastakis@arch.ntua.gr