Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς,Η ελληνική κοινωνία μπροστά στην ευρωπαϊκή διγλωσσία


 Πηγή: Ενθέματα 
& Αυγή, 12-2-2012, σελ. 32-33.
Με την ξαφνική μετάβαση προς το άγνωστο, όλα εμφανίζονται απειλητικά και ανοίκεια. Από τη στιγμή που φοβόμαστε ένα μέλλον που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε, είμαστε υποχρεωμένοι να αναστοχαστούμε για ένα παρόν που κλυδωνίζεται και ένα παρελθόν που δεν ήταν εκείνο που κάποτε πιστεύαμε. Έτσι, η κρίση βιώνεται πάντα και ως κρίση σημασιών, αξιών, κοσμοπαραστάσεων και βεβαιοτήτων. Και γι’ αυτόν ίσως τον λόγο τείνουμε να σκεφτόμαστε την έξοδο απ’ αυτήν με όρους αποφαντικούς. Για να μη βυθιστούμε στα τενάγη της αμφιβολίας, τείνουμε να εξορκίζουμε την αβεβαιότητα προσφεύγοντας σε επιτακτικές εντολές. Όπως ο Μωυσής που καλούσε τους πιστούς στην άκριτη υποταγή και τη μετάνοια, έτσι και οι σύγχρονοι προφήτες ομιλούν την γλώσσα ενός ονομαστού Κυρίου. Αλλάξτε, εκσυγχρονισθείτε, αρθείτε στο «ύψος των περιστάσεων», συμμορφωθείτε, «ανασκουμπωθείτε» και, επιτέλους, δουλέψτε. (Μια εντολή, ειρήσθω εν παρόδω που αρμόζει απολύτως όταν απευθύνεται συλλήβδην σε μια χώρα όπου ένας στους τέσσερις είναι άνεργος και όπου οι μέσοι όροι ώρας εργασίας είναι κατά 40% υψηλότεροι από εκείνους της Γερμανίας). Αφού ως αμαρτωλοί και κλέφτες είσθε συλλήβδην υπεύθυνοι για τα αδιέξοδά σας, πρέπει να αναλάβετε τις έωλες τύχες σας στα υπεύθυνα χέρια σας.
Από τον Αλέξη Ζορμπά στον καλβινιστή σουμπετεριανό επιχειρηματία
Έτσι, η εποχή της ατιμώρητης συλλογικής αυταπάτης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο χαμένος παράδεισος των «οκνηρών και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων» οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα ενάρετων πολιτών. Νέα πρόσωπα, νέα προσωπεία και νέοι υποβολείς καλούνται λοιπόν να ανέλθουν στη σκηνή. Θα πρέπει να εκκολαφτούν νέα αρχέτυπα, εξίσου μυθικά με εκείνα που πρέπει να εγκαταλειφτούν οριστικά. Exit ο ανορθολογικός νεορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, exit οι αυτάρεσκοι κάπηλοι του εξαίσιου παρελθόντος, enter ο βουβός και πειθαρχημένος ζευγάς, enter ο ανεπιφύλακτος μεταρρυθμιστής, enter ο ορθολογιστής καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας. Είτε ως μεταβατικό είτε ως μόνιμο, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν μπορεί λοιπόν να είναι απλώς οικονομικό.
Είναι επίσης πολιτιστικό, ιδεολογικό, κοσμοθεωρητικό και καθαρτικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων και πιστωτών της και των απανταχού χαιρέκακων θεατών, η χώρα και μαζί της σύσσωμοι οι άτυχοι πολίτες της πρέπει να ζητήσουν κατανόηση και επιείκεια, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για ό,τι «ήταν» και για όλα εκείνα για τα οποία όλοι θεωρούσαν ως κεκτημένα και για τα οποία ορισμένοι απ’ αυτούς μπορούσαν ακόμα και να επαίρονται.
Θα πρέπει λοιπόν να μεθοδεύσουμε τη συλλογική ηθική μας ανάσταση. Τα κριτήρια όμως αυτής της ανάστασης δεν είναι έλλογα. Παραμένουν και πρέπει να παραμείνουν ανονόμαστα. Ελάχιστοι επισημαίνουν ότι στον νέο αναδυόμενο κόσμο, και την ίδια στιγμή που οφείλουν να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλοϊδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», οφείλουν επίσης να απαξιώνονται, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, οι «ευτελείς ανορθολογικές μικροϊδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Δεν είναι περίεργο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία μπορεί να εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες. Κανείς όμως δεν επιτρέπεται πλέον να προβληματίζεται. Η πίστη μας στις άνωθεν προερχόμενες ορθόδοξες ετυμηγορίες δεν επιτρέπεται πια να κλονίζεται μέσα από ξεπερασμένες λογικές επιχειρηματολογίες.
Το ελληνικό «μικρομεσαίο θαύμα»
Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Το ζήτημα τίθεται μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα το συλλογικό υποκείμενο που ονομάζαμε Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να αντιπαρέρχεται τις δοκιμές συνταγές, συνδυάζοντας «επιλεκτικά» τα καλά όλων των νοητών κόσμων δίχως να παγιδεύεται στα κακά τους. Πράγματι, είναι χαρακτηριστικό πως για μια σειρά από λόγους στους οποίους είναι αδύνατον να υπεισέλθω, η χώρα φαίνονταν να μπορεί να προωθεί την υλική της ευζωία δίχως να εμφανίζει πολλά από τα πιο κραυγαλέα αρνητικά συμπτώματα των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνικών. Ενώ για πολλές δεκαετίες οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, τα ποσοστά της εγκληματικότητας, των εξαρτημένων από ναρκωτικά, των ψυχικών νόσων, των εγκλεισμών, των καταθλίψεων, των αυτοκτονιών και των παραβατικών ενεργειών παρέμεναν θεαματικά χαμηλά. Ίσως λοιπόν μοιραία, οι εύπιστοι και αυτάρεσκοι Έλληνες άρχισαν να πιστεύουν και πάλι στο δαιμόνιο της «περιούσιας» φυλής. Η φαινόμενη πρόσβαση στη γη της καπιταλιστικής επαγγελίας εμφανίζονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των αμοιβαιοτήτων που συνοδεύουν τις παραδοσιακές δομές και πρακτικές. Αυτό ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Ακολουθώντας παλιότερα χνάρια, αλλά σε εντελώς διαφορετικές πλέον συνθήκες, οι περισσότεροι Έλληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικρέμποροι, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμα και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό πως το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού, ενώ οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ήσαν παραπάνω από 35%, ποσοστό θεαματικά μικρό σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου οι μισθωτοί φθάνουν ή ξεπερνούν το 90%, ακόμα και το 95% του ενεργού πληθυσμού. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν πως οι περισσότεροι ανάμεσά τους εργάζονταν σε μικρές ή νανώδεις οικογενειακές επιχειρήσεις, η απόκλιση εμφανίζεται θεαματική.
Απομένουν βέβαια τα κατεξοχήν αποδιοπομπαία 25% περίπου του πληθυσμού που απασχολούνται στον υπερδιογκωμένο, υποτίθεται, δημόσιο τομέα. Πρόκειται όμως για έναν ακόμα μύθο, αν σκεφτούμε πως το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως, αντίστοιχα, εξίσου μικρό είναι και το ποσοστό του ΑΕΠ που ελέγχεται ευθέως από το κράτος. Η ιδιότυπη δυσλειτουργία της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στη μεγάλη της έκταση, αλλά στη σύνθεση και λειτουργία της, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται με τις «άλλες» εξωκρατικές μορφές εξαρτημένης εργασίας. Πράγματι, όταν ο ιδιωτικός τομέας παραμένει καχεκτικός, όταν η κοινωνία προσφέρει ελάχιστες «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής απασχόλησης, όταν δηλαδή η εμβέλεια, άρα και η έλξη της ιδιωτικής αγοράς εργασίας παραμένουν περιορισμένες σε σύγκριση με την αύρα που περιβάλλει τις διαδικασίες του διορισμού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είναι λογικό η δημοσιοϋπαλληλία να επιβάλλει τη συχνά αντιπαραγωγική συστημική λογική της σε ολόκληρο το σύστημα της εξαρτημένης εργασίας. Και αυτό, προφανώς, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η αγορά της εργασίας στην αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία παρέμενε καθημαγμένη σε αντιπαραγωγικά και εν πολλοίς προκαπιταλιστικά πρότυπα αποκτά την ιδιαίτερη ιδεολογική και κοινωνική του σημασία μόνο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η επιλεκτική κρατική απασχόληση ήταν πιο ελκυστική από την ακόμα ισχνότερη ιδιωτική. Είναι λοιπόν φανερό ότι η –συχνή τον τελευταίο καιρό– αναφορά σε «σοβιετικού τύπου πρότυπα» δεν είναι μόνον κωμική και αθεμελίωτη, αλλά και υποβολιμαία. Ακόμα και ως κρατικοδίαιτοι, οι Έλληνες παρέμεναν φαντασιακά πολυπράγμονες και προοπτικά ανεξάρτητοι μικρομεσαίοι.
Η ιδιαιτερότητα αυτή της ελληνικής κοινωνίας σφράγισε τις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας, και μαζί με αυτές τις ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργανώνει κατ’ ανάγκην την επιβιωτική στρατηγική της μέσα από έναν ευέλικτο συνδυασμό των προφανών και διαθέσιμων διεξόδων, αλλά και των απομακρυσμένων η και εξεζητημένων προοπτικών. Και, στο πλαίσιο αυτό, οι ανεξάρτητες και αυτοσχέδιες δραστηριότητες και οι προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση δεν εμφανίζονται ως διαζευκτικές επιλογές, αλλά ως αθροιστικές και συμπληρωματικές στρατηγικές. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η καίρια λειτουργική και ιδεολογική σημασία του θεμελιώδους θεσμού της πυρηνικής οικογενείας (και συχνά της ευρύτερης οικογενείας). Ως «οιονεί επιχείρηση» οργανώνεται σαν πάγιο δίκτυο που αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο του ορθολογικού προγραμματισμού ενός κοινού μέλλοντος, που πρέπει να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες. Η συλλογική μνήμη της πρόσφατης ανέχειας είναι πάντα ζωντανή.