www.accountability.gr/index.html
''Στην καταναλωτικη κοινωνια γεννιουνται αχρηστες 'περιττες' αναγκες επειδη τις χρειαζεται το κεφαλαιο, ενω ταυτοχρονα στην απατηλη Δημοκρατια των ψευδαισθησεων ο καταναλωτης νοιωθει καταξιωμενος ως μελος της κοινωνιας......'Φιλε, εισαι ο,τι ξοδευεις'.........
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012
Εγκληματα που αναζητουν ΤΕΡΤΣΕΤΗΔΕΣ.....
ΤΑ 9 ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ
ΤΑ 9 ΘΑΝΑΣΙΜΑ
ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ
Της Μαρίας
Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
17.08.2012
Τώρα, που οδεύουμε ολοταχώς προς
άτακτη χρεοκοπία, τώρα που η αδράνεια των κυβερνήσεών μας έδωσε το δικαίωμα στους
εταίρους μας-κυρίως, στους Γερμανούς-να τολμούν
να ομιλούν περί του ότι θα «μας πετάξουν από το ευρώ», τώρα που η
Ελλάδα από το ένα ως το άλλο άκρο
της αιμορραγεί και καταρρέει, τώρα που οποιασδήποτε μορφής αναδιάρθρωση ή
αναδιαπραγμάτευση του χρέους δεν έχει πια νόημα, τώρα που ότι κτίσαμε
στα
60 τελευταία χρόνια έχει γκρεμιστεί και
η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό έχει αμαυρωθεί, ας καταμετρήσουμε
ποια δικά μας, ποια ασυγχώρητα εγκλήματά μας οδήγησαν
τη χώρα και το λαό της σ’ αυτό το οικτρό
αποτέλεσμα:
1ο Εγκλημα: Η -ανεξήγητη;;;- επιμονή του Γιώργου Παπανδρέου
να βάλει την Ελλάδα στο ΔΝΤ, αν και σαφώς αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί.
2ο Έγκλημα: Η υπογραφή του αρχικού μνημονίου από τους
αρμοδίους, ουσιαστικά, με κλειστά μάτια και χωρίς την ελάχιστη διαπραγμάτευση,
και στη συνέχεια όλου του υπόλοιπου αποτρόπαιου συρφετού, που έδεσε χειροπόδαρα
τον ελληνικό λαό, και τον παρέδωσε, έτσι, στους δανειστές του.
3ο Έγκλημα: Η εντελώς αδικαιολόγητη, απαράδεκτα
επιπόλαιη, όσο και ασυγχώρητη άρνηση των
αρμοδίων να επιδιώξουν την έγκαιρη αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση του χρέους,
που τότε εμφάνιζε τη μοναδική οδό σωτηρίας μας.
4ο Έγκλημα: Η εγκληματική άρνηση των αρμοδίων να
εκμεταλλευτούν δηλώσεις –όσο ήταν ακόμη καιρός και οι δανειστές μας δεν είχαν
«ξεφορτωθεί» τα χαρτιά μας- ότι θα προχωρήσουμε σε παύση πληρωμών ή ότι θα
αποχωρήσουμε από την ευρωζώνη.
5ο Έγκλημα: Η αποδοχή του καταστρεπτικού και ασύγγνωστα καθυστερημένου «κουρέματος»
του χρέους, που το έκανε ακόμη λιγότερο διαχειρίσιμο και που κατέστρεψε τα
συνταξιοδοτικά ταμεία, τα ΑΕΙ, τα νοσοκομεία, τα μουσεία κλπ.
6ο Έγκλημα: Η, επί δυόμισι συνεχή χρόνια τραυματικά
αναξιοπρεπής και απαράδεκτα δουλική συμπεριφορά
των κυβερνήσεων, απέναντι στους υπαλληλίσκους του ΔΝΤ και στα αφεντικά τους, τα
οποία όσο υποχωρούσαμε, όσο περισσότερο
ματώναμε, όσο πιο πολύ εξαθλιωνόμασταν, όσο περισσότερο η χώρα αποκτούσε όψη
τριτοκοσμική, τόσο περισσότερο μας πρόσβαλλαν, μας διέβαλαν σε ολόκληρη την
υφήλιο και μας φόρτωναν με ακόμη πιο απραγματοποίητες, και με ακόμη πιο απάνθρωπες υποχρεώσεις.
7ο Έγκλημα: Η αγαστή
σύμπνοια των εκάστοτε δικών μας αρμοδίων
με Τροϊκανούς, για την επιβολή αιματηρών θυσιών, παρότι το αποτέλεσμά
τους ήταν εξαρχής και οφθαλμοφανώς αντίθετο από το επίσημα
επιδιωκόμενο. Επιλέγω
την εκδοχή της «σύμπνοιας» διότι θεωρώ ύβρη το όποιο επιχείρημα περί
άγνοιας, ή
αδυναμίας κατανόησης του παντελώς ανέφικτου των μέτρων -κατανοητού,
ωστόσο, ακόμη και από πρωτοετείς
φοιτητές των Οικονομικών.
8ο Έγκλημα: Η σταθερά πανικόβλητη δήλωση των ελληνικών κυβερνήσεων, προς κάθε
κατεύθυνση, σχετικά με την απόφαση
παραμονής στην ευρωζώνη με κάθε θυσία, ακόμη και με αντάλλαγμα την παράδοση
βωμών και εστιών στους βαρβάρους.
9ο Έγκλημα: Η έλλειψη στοιχειώδους προετοιμασίας για την
επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, ενόσω όλα οδηγούσαν από καιρό προς τα εκεί, και
ενόσω ολόκληρη η υφήλιος λάμβανε, πυρετωδώς, τα μέτρα της. Και όχι μόνο, αλλά παράλληλα και
με συνεχείς αποπροσανατολισμούς και
προσπάθειες αποκοίμισης του ελληνικού λαού για το που οδεύει πραγματικά,
αλλά και με την κατάστρωση τρομοκρατικών σεναρίων για το τι θα του συμβεί στην
περίπτωση μιας τέτοιας επιστροφής, αλλά και
με την κατακεραύνωση όσων, κατά καιρούς
τολμούσαν να αναφερθούν σε ότι αποτελούσε, εμφανώς, τη θλιβερή μας πραγματικότητα.
Και τώρα;;; Δυστυχώς, τώρα είναι
πολύ αργά για….δάκρυα. Τώρα, έχουμε εναποθέσει ένα προς ένα τα όπλα μας, στα πόδια των δανειστών μας και
οδεύουμε κυριολεκτικά «ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια». Τώρα, είμαστε έρμαια των
επιθυμιών τους και γιατί όχι, και των καταχθόνιων σχεδίων τους. Η επιμήκυνση, που αργοπορημένα και έχοντας
απεμπολήσει όλα μας τα επιχειρήματα, ετοιμάζεται να ζητήσει η Κυβέρνηση, το
πιθανότερο είναι ότι δεν θα μας δοθεί. Αλλά, κι αν μας δοθεί, θα πρόκειται
απλώς για μικρή αναβολή του οριστικού «κλεισίματος της αυλαίας», ενόσω θα
αυξήσει ακόμη περισσότερο το χρέος μας, που υπερδιπλασιάστηκε ήδη από την αρχή
της κρίσης, και ενόσω θα διευκολύνει την άρση των δυσκολιών, που ακόμη
υπάρχουν για το ξεπούλημα της Ελλάδος
και την ολοκληρωτική της καταστροφή.
Δυστυχώς, τώρα πια, το μόνο
σύνθετο όπλο μας είναι η στάση πληρωμών
–αναπόφευκτη ούτως ή άλλως, είτε με δική μας πρωτοβουλία είτε με έξωθεν παύση
βοήθειας- και η άμεση και όσο γίνεται
καλύτερα προετοιμασμένη προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο, με αίτημα την
άμεση διακοπή της γενοκτονίας του
ελληνικού λαού και της πορείας εξαφάνισης της Ελλάδας από το χάρτη των
προηγμένων και ανεξάρτητων εθνών.
Και η Νεγρεποντη Λαικιζει;;;;;
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΣΑΦΑΡΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ- ΤΟ ΛΟΜΠΥ Ή Η ΜΑΦΙΑ ΤΗΣ ΔΡΑΧΜΗΣ Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη 1.9.2012
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΣΑΦΑΡΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ- ΤΟ ΛΟΜΠΥ Ή Η ΜΑΦΙΑ ΤΗΣ ΔΡΑΧΜΗΣ
Της Μαρίας
Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
1.9.2012
-----------------------------------------------------------------------------------------
Από τα πρώτα στάδια της
ελληνικής κρίσης στοχοποιήθηκαν αρκετές
εναλλακτικές λύσεις της ως εχθροί
και ως καταστροφείς του Έθνους. Καταρχήν, ήταν η απαγόρευση αναφοράς σε αναδιάρθρωση ή
αναδιαπραγμάτευση του χρέους, γιατί θα ήταν δήθεν η καταστροφή της Ελλάδας. Έτσι,
μπόρεσαν ανενόχλητοι οι δανειστές μας, κυρίως γαλλικές και γερμανικές τράπεζες,
να ξεφορτωθούν τα περίπου 200Ε δισεκατομμύρια που διέθεταν σε
ελληνικά ομόλογα, ώστε να γίνει «διαχειρίσιμη» η έξοδος της χώρας μας από την
Ευρωζώνη. Στη συνέχεια, ως εχθροί του
Έθνους θεωρήθηκαν και όσοι υποστήριζαν
το «κούρεμα του χρέους», έτσι που η
ασύγγνωστα αργοπορημένη απόφασή του να
καταλήξει σε απόλυτο φιάσκο: κατασπαράχθηκαν τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα ΑΕΙ
και τα νοσοκομεία, χάνοντας έτσι 14Ε δισεκατομμύρια, και το
χρέος
που αντιπροσώπευε 165% του ΑΕΠ στα τέλη του 2011, εξακολουθεί να
αντιπροσωπεύει
167% και μετά το «κούρεμα». Εξάλλου,
αποκλείεται το 2020 το χρέος να ισούται με 120% του τότε ΑΕΠ, μέγεθος
που συγκαταβατικά θα εκλάμβανε ως ικανοποιητικό το ΔΝΤ, αλλά
αντιθέτως προβλέπεται σημαντικά
μεγαλύτερο. Ακόμη, υπήρξαν, ενδιάμεσα, και προτάσεις για στάση
εξωτερικών
πληρωμών, που θα μπορούσαν, αν μη τι άλλο, να λειτουργήσουν και ως μέσον
πίεσης
εναντίον των δανειστών μας, όσο βέβαια ήταν
ακόμη καιρός. Αλλά, και αυτές απορρίφθηκαν, με τον ίδιο πάντοτε τρόπο,
αφ’
υψηλού και χωρίς συζήτηση ή δικαιολογίες, και με το πάγιο απόφθεγμα ότι
δήθεν είναι καταστρεπτικές για τη χώρα. Πράγματι,
οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις της
κρίσης αρνήθηκαν επιδεικτικά να συμβουλευτούν και να συζητήσουν απόψεις Ελλήνων
αλλά και ξένων οικονομολόγων, που πρότειναν
λύσεις διαφορετικές από τις εγκληματικές του Μνημονίου. Γι αυτό και ανακύκλωναν γύρω τους τα ίδια
και τα ίδια πρόσωπα, που ήταν πρόθυμα
–για ιδεολογικούς ή και άλλους λόγους- να αναμασούν και να υπηρετούν ένα αδιέξοδο,
για τη χώρα, πρόγραμμα, που την
εξαθλίωνε και την αποτελείωνε. Αυτά τα πρόσωπα που επιμένουν να εμφανίζονται ως
δήθεν κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας, φράζουν το δρόμο προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση,
που θα μπορούσε να έχει λιγότερο τραγικές συνέπειες για την Ελλάδα.
Και
φθάνουμε, ήδη, τώρα στον τελευταίο, δήθεν Αρμαγεδδών, αυτόν που
καταδιώκεται από την Κυβέρνηση ως η «μαφία» ή το «λόμπυ της δραχμής». Η
μεθόδευση που ακολουθείται είναι πάντα η ίδια. Πρόκειται για
απαγορευμένη
συζήτηση. Τόσο απαγορευμένη, που ο Έλληνας πρωθυπουργός, στην πρόσφατη
συνάντησή του με την κυρία Μέρκελ,
ζήτησε και επισήμως τη συμπαράστασή της, προκειμένου να μπει τέλος στις
σχετικές αναφορές για πιθανή επιστροφή στη δραχμή. Ζήτησε, δηλαδή,
συγκεκριμένα ο κ. Σαμαράς να φιμωθεί το
σύνολο των ξένων δημοσιογράφων και των
αλλοδαπών ΜΜΕ, που τολμούν να ομιλούν περί δραχμής. Η έκκληση αυτή του
Έλληνα
πρωθυπουργού όχι μόνο υιοθετήθηκε από την κυρία Μέρκελ, αλλά επιπλέον η
καγκελάριος εμφανίστηκε συγκινημένη για τις θυσίες των Ελλήνων, και
ασπάστηκε
απολύτως την άποψη του κ.Σαμαρά, ότι δεν θα πρέπει να εξακολουθήσουν οι
συζητήσεις περί επανόδου
στη δραχμή, γιατί αποσπούν τους Έλληνες
από τα καθήκοντά τους, που είναι «η απόλυτη συμμόρφωση προς τις
ανειλημμένες
υποχρεώσεις τους». Αυτές οι υποχρεώσεις, που όπως είναι γνωστό,
εμφανίζονται με το ακόλουθο τρίπτυχο:
1. Εξαθλίωση του ελληνικού λαού
με όσο γίνεται πιο επιταχυνόμενους ρυθμούς, και με τη μορφή μιας ιδιότυπης γενοκτονίας.
2. Εκποίηση της δημόσιας
περιουσίας σε ολοένα και πιο εξευτελιστική τιμή, με την επίσημη
ετικέτα της δήθεν «αξιοποίησής»
της ή και της διενέργειας δήθεν αναγκαίων «μεταρρυθμίσεων».
3. Πλήρης εκχώρηση της εθνικής
κυριαρχίας με την υιοθέτηση συμπεριφοράς απόλυτης δουλικότητας απέναντι στους
δυνάστες μας, μέχρι σημείου που να δεχόμαστε ακόμη και παραίτηση από αναγκαία μέτρα για την εθνική μας
άμυνα.
Ο Έλληνας λοιπόν πρωθυπουργός, προκειμένου να
επιβάλει με κάθε τρόπο και με κάθε θυσία
τα απάνθρωπα, τα εγκληματικά, τα εξευτελιστικά
μέτρα της συνεχιζόμενης αφαίμαξης
των εισοδημάτων των Ελλήνων, - τα οποία
σύμφωνα με την εντελώς πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΕ έχουν ήδη υποχωρήσει στο
επίπεδο που ήταν το 1970-79-, συνεπικουρείται από την επαναληπτική προβολή αρκετών όρων, υποσχέσεων, αλλά και απειλών.
Θα αναφερθώ, καταρχήν, στη λέξη «αξιοπιστία» που
αποτελεί, πρόσφατα, την κατεξοχήν λεκτική προτίμηση του κ. Σαμαρά.
Υποστηρίζεται, λοιπόν ότι «η χώρα πρέπει να επανακτήσει την αξιοπιστία της», πράγμα
που προϋποθέτει, κατά τον Έλληνα πρωθυπουργό, πρώτον την πιστή τήρηση των
μνημονιακών μας υποχρεώσεων, και δεύτερον τη «δαιμονοποίηση» της δραχμής
Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012
Κωνσταντίνος Τσουκαλάς,Η ελληνική κοινωνία μπροστά στην ευρωπαϊκή διγλωσσία
Πηγή: Ενθέματα 
& Αυγή, 12-2-2012,
σελ. 32-33.
Με την ξαφνική μετάβαση προς το άγνωστο, όλα εμφανίζονται απειλητικά και ανοίκεια. Από
τη στιγμή που φοβόμαστε ένα μέλλον που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε,
είμαστε υποχρεωμένοι να αναστοχαστούμε για ένα παρόν που κλυδωνίζεται
και ένα παρελθόν που δεν ήταν εκείνο που κάποτε πιστεύαμε.
Έτσι, η κρίση βιώνεται πάντα και ως κρίση σημασιών, αξιών,
κοσμοπαραστάσεων και βεβαιοτήτων. Και γι’ αυτόν ίσως τον λόγο τείνουμε
να σκεφτόμαστε την έξοδο απ’ αυτήν με όρους αποφαντικούς. Για να μη
βυθιστούμε στα τενάγη της αμφιβολίας, τείνουμε να εξορκίζουμε την
αβεβαιότητα προσφεύγοντας σε επιτακτικές εντολές. Όπως ο Μωυσής που
καλούσε τους πιστούς στην άκριτη υποταγή και τη μετάνοια, έτσι και οι
σύγχρονοι προφήτες ομιλούν την γλώσσα ενός ονομαστού Κυρίου. Αλλάξτε,
εκσυγχρονισθείτε, αρθείτε στο «ύψος των περιστάσεων», συμμορφωθείτε,
«ανασκουμπωθείτε» και, επιτέλους, δουλέψτε. (Μια εντολή, ειρήσθω εν
παρόδω που αρμόζει απολύτως όταν απευθύνεται συλλήβδην σε μια χώρα όπου
ένας στους τέσσερις είναι άνεργος και όπου οι μέσοι όροι ώρας εργασίας
είναι κατά 40% υψηλότεροι από εκείνους της Γερμανίας). Αφού ως αμαρτωλοί
και κλέφτες είσθε συλλήβδην υπεύθυνοι για τα αδιέξοδά σας, πρέπει να
αναλάβετε τις έωλες τύχες σας στα υπεύθυνα χέρια σας.
Από τον Αλέξη Ζορμπά στον καλβινιστή σουμπετεριανό επιχειρηματία
Έτσι, η εποχή της ατιμώρητης συλλογικής
αυταπάτης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο χαμένος παράδεισος των «οκνηρών
και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων» οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα
ενάρετων πολιτών. Νέα πρόσωπα, νέα προσωπεία και νέοι υποβολείς
καλούνται λοιπόν να ανέλθουν στη σκηνή. Θα πρέπει να εκκολαφτούν νέα
αρχέτυπα, εξίσου μυθικά με εκείνα που πρέπει να εγκαταλειφτούν οριστικά.
Exit ο ανορθολογικός νεορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, exit οι αυτάρεσκοι
κάπηλοι του εξαίσιου παρελθόντος, enter ο βουβός και πειθαρχημένος
ζευγάς, enter ο ανεπιφύλακτος μεταρρυθμιστής, enter ο ορθολογιστής
καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας. Είτε ως μεταβατικό είτε ως
μόνιμο, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν μπορεί λοιπόν να είναι απλώς
οικονομικό.
Είναι επίσης πολιτιστικό, ιδεολογικό, κοσμοθεωρητικό και καθαρτικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων και πιστωτών της και των απανταχού χαιρέκακων θεατών, η χώρα και μαζί της σύσσωμοι οι άτυχοι πολίτες της πρέπει να ζητήσουν κατανόηση και επιείκεια, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για ό,τι «ήταν» και για όλα εκείνα για τα οποία όλοι θεωρούσαν ως κεκτημένα και για τα οποία ορισμένοι απ’ αυτούς μπορούσαν ακόμα και να επαίρονται.
Θα πρέπει λοιπόν να μεθοδεύσουμε τη συλλογική ηθική μας ανάσταση. Τα κριτήρια όμως αυτής της ανάστασης δεν είναι έλλογα. Παραμένουν και πρέπει να παραμείνουν ανονόμαστα. Ελάχιστοι επισημαίνουν ότι στον νέο αναδυόμενο κόσμο, και την ίδια στιγμή που οφείλουν να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλοϊδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», οφείλουν επίσης να απαξιώνονται, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, οι «ευτελείς ανορθολογικές μικροϊδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Δεν είναι περίεργο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία μπορεί να εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες. Κανείς όμως δεν επιτρέπεται πλέον να προβληματίζεται. Η πίστη μας στις άνωθεν προερχόμενες ορθόδοξες ετυμηγορίες δεν επιτρέπεται πια να κλονίζεται μέσα από ξεπερασμένες λογικές επιχειρηματολογίες.
Είναι επίσης πολιτιστικό, ιδεολογικό, κοσμοθεωρητικό και καθαρτικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων και πιστωτών της και των απανταχού χαιρέκακων θεατών, η χώρα και μαζί της σύσσωμοι οι άτυχοι πολίτες της πρέπει να ζητήσουν κατανόηση και επιείκεια, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για ό,τι «ήταν» και για όλα εκείνα για τα οποία όλοι θεωρούσαν ως κεκτημένα και για τα οποία ορισμένοι απ’ αυτούς μπορούσαν ακόμα και να επαίρονται.
Θα πρέπει λοιπόν να μεθοδεύσουμε τη συλλογική ηθική μας ανάσταση. Τα κριτήρια όμως αυτής της ανάστασης δεν είναι έλλογα. Παραμένουν και πρέπει να παραμείνουν ανονόμαστα. Ελάχιστοι επισημαίνουν ότι στον νέο αναδυόμενο κόσμο, και την ίδια στιγμή που οφείλουν να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλοϊδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», οφείλουν επίσης να απαξιώνονται, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, οι «ευτελείς ανορθολογικές μικροϊδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Δεν είναι περίεργο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία μπορεί να εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες. Κανείς όμως δεν επιτρέπεται πλέον να προβληματίζεται. Η πίστη μας στις άνωθεν προερχόμενες ορθόδοξες ετυμηγορίες δεν επιτρέπεται πια να κλονίζεται μέσα από ξεπερασμένες λογικές επιχειρηματολογίες.
Το ελληνικό «μικρομεσαίο θαύμα»
Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Το
ζήτημα τίθεται μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα το συλλογικό υποκείμενο που
ονομάζαμε Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να αντιπαρέρχεται τις δοκιμές
συνταγές, συνδυάζοντας «επιλεκτικά» τα καλά όλων των νοητών κόσμων δίχως
να παγιδεύεται στα κακά τους. Πράγματι, είναι χαρακτηριστικό πως για
μια σειρά από λόγους στους οποίους είναι αδύνατον να υπεισέλθω, η χώρα
φαίνονταν να μπορεί να προωθεί την υλική της ευζωία δίχως να εμφανίζει
πολλά από τα πιο κραυγαλέα αρνητικά συμπτώματα των ανεπτυγμένων δυτικών
κοινωνικών. Ενώ για πολλές δεκαετίες οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής
κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, τα
ποσοστά της εγκληματικότητας, των εξαρτημένων από ναρκωτικά, των ψυχικών
νόσων, των εγκλεισμών, των καταθλίψεων, των αυτοκτονιών και των
παραβατικών ενεργειών παρέμεναν θεαματικά χαμηλά. Ίσως λοιπόν μοιραία,
οι εύπιστοι και αυτάρεσκοι Έλληνες άρχισαν να πιστεύουν και πάλι στο
δαιμόνιο της «περιούσιας» φυλής. Η φαινόμενη πρόσβαση στη γη της
καπιταλιστικής επαγγελίας εμφανίζονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των
αμοιβαιοτήτων που συνοδεύουν τις παραδοσιακές δομές και πρακτικές. Αυτό
ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του
νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Ακολουθώντας παλιότερα χνάρια, αλλά σε εντελώς διαφορετικές πλέον συνθήκες, οι περισσότεροι Έλληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικρέμποροι, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμα και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό πως το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού, ενώ οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ήσαν παραπάνω από 35%, ποσοστό θεαματικά μικρό σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου οι μισθωτοί φθάνουν ή ξεπερνούν το 90%, ακόμα και το 95% του ενεργού πληθυσμού. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν πως οι περισσότεροι ανάμεσά τους εργάζονταν σε μικρές ή νανώδεις οικογενειακές επιχειρήσεις, η απόκλιση εμφανίζεται θεαματική.
Απομένουν βέβαια τα κατεξοχήν αποδιοπομπαία 25% περίπου του πληθυσμού που απασχολούνται στον υπερδιογκωμένο, υποτίθεται, δημόσιο τομέα. Πρόκειται όμως για έναν ακόμα μύθο, αν σκεφτούμε πως το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως, αντίστοιχα, εξίσου μικρό είναι και το ποσοστό του ΑΕΠ που ελέγχεται ευθέως από το κράτος. Η ιδιότυπη δυσλειτουργία της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στη μεγάλη της έκταση, αλλά στη σύνθεση και λειτουργία της, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται με τις «άλλες» εξωκρατικές μορφές εξαρτημένης εργασίας. Πράγματι, όταν ο ιδιωτικός τομέας παραμένει καχεκτικός, όταν η κοινωνία προσφέρει ελάχιστες «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής απασχόλησης, όταν δηλαδή η εμβέλεια, άρα και η έλξη της ιδιωτικής αγοράς εργασίας παραμένουν περιορισμένες σε σύγκριση με την αύρα που περιβάλλει τις διαδικασίες του διορισμού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είναι λογικό η δημοσιοϋπαλληλία να επιβάλλει τη συχνά αντιπαραγωγική συστημική λογική της σε ολόκληρο το σύστημα της εξαρτημένης εργασίας. Και αυτό, προφανώς, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η αγορά της εργασίας στην αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία παρέμενε καθημαγμένη σε αντιπαραγωγικά και εν πολλοίς προκαπιταλιστικά πρότυπα αποκτά την ιδιαίτερη ιδεολογική και κοινωνική του σημασία μόνο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η επιλεκτική κρατική απασχόληση ήταν πιο ελκυστική από την ακόμα ισχνότερη ιδιωτική. Είναι λοιπόν φανερό ότι η –συχνή τον τελευταίο καιρό– αναφορά σε «σοβιετικού τύπου πρότυπα» δεν είναι μόνον κωμική και αθεμελίωτη, αλλά και υποβολιμαία. Ακόμα και ως κρατικοδίαιτοι, οι Έλληνες παρέμεναν φαντασιακά πολυπράγμονες και προοπτικά ανεξάρτητοι μικρομεσαίοι.
Η ιδιαιτερότητα αυτή της ελληνικής κοινωνίας σφράγισε τις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας, και μαζί με αυτές τις ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργανώνει κατ’ ανάγκην την επιβιωτική στρατηγική της μέσα από έναν ευέλικτο συνδυασμό των προφανών και διαθέσιμων διεξόδων, αλλά και των απομακρυσμένων η και εξεζητημένων προοπτικών. Και, στο πλαίσιο αυτό, οι ανεξάρτητες και αυτοσχέδιες δραστηριότητες και οι προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση δεν εμφανίζονται ως διαζευκτικές επιλογές, αλλά ως αθροιστικές και συμπληρωματικές στρατηγικές. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η καίρια λειτουργική και ιδεολογική σημασία του θεμελιώδους θεσμού της πυρηνικής οικογενείας (και συχνά της ευρύτερης οικογενείας). Ως «οιονεί επιχείρηση» οργανώνεται σαν πάγιο δίκτυο που αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο του ορθολογικού προγραμματισμού ενός κοινού μέλλοντος, που πρέπει να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες. Η συλλογική μνήμη της πρόσφατης ανέχειας είναι πάντα ζωντανή.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Ακολουθώντας παλιότερα χνάρια, αλλά σε εντελώς διαφορετικές πλέον συνθήκες, οι περισσότεροι Έλληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικρέμποροι, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμα και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό πως το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού, ενώ οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ήσαν παραπάνω από 35%, ποσοστό θεαματικά μικρό σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου οι μισθωτοί φθάνουν ή ξεπερνούν το 90%, ακόμα και το 95% του ενεργού πληθυσμού. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν πως οι περισσότεροι ανάμεσά τους εργάζονταν σε μικρές ή νανώδεις οικογενειακές επιχειρήσεις, η απόκλιση εμφανίζεται θεαματική.
Απομένουν βέβαια τα κατεξοχήν αποδιοπομπαία 25% περίπου του πληθυσμού που απασχολούνται στον υπερδιογκωμένο, υποτίθεται, δημόσιο τομέα. Πρόκειται όμως για έναν ακόμα μύθο, αν σκεφτούμε πως το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως, αντίστοιχα, εξίσου μικρό είναι και το ποσοστό του ΑΕΠ που ελέγχεται ευθέως από το κράτος. Η ιδιότυπη δυσλειτουργία της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στη μεγάλη της έκταση, αλλά στη σύνθεση και λειτουργία της, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται με τις «άλλες» εξωκρατικές μορφές εξαρτημένης εργασίας. Πράγματι, όταν ο ιδιωτικός τομέας παραμένει καχεκτικός, όταν η κοινωνία προσφέρει ελάχιστες «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής απασχόλησης, όταν δηλαδή η εμβέλεια, άρα και η έλξη της ιδιωτικής αγοράς εργασίας παραμένουν περιορισμένες σε σύγκριση με την αύρα που περιβάλλει τις διαδικασίες του διορισμού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είναι λογικό η δημοσιοϋπαλληλία να επιβάλλει τη συχνά αντιπαραγωγική συστημική λογική της σε ολόκληρο το σύστημα της εξαρτημένης εργασίας. Και αυτό, προφανώς, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η αγορά της εργασίας στην αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία παρέμενε καθημαγμένη σε αντιπαραγωγικά και εν πολλοίς προκαπιταλιστικά πρότυπα αποκτά την ιδιαίτερη ιδεολογική και κοινωνική του σημασία μόνο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η επιλεκτική κρατική απασχόληση ήταν πιο ελκυστική από την ακόμα ισχνότερη ιδιωτική. Είναι λοιπόν φανερό ότι η –συχνή τον τελευταίο καιρό– αναφορά σε «σοβιετικού τύπου πρότυπα» δεν είναι μόνον κωμική και αθεμελίωτη, αλλά και υποβολιμαία. Ακόμα και ως κρατικοδίαιτοι, οι Έλληνες παρέμεναν φαντασιακά πολυπράγμονες και προοπτικά ανεξάρτητοι μικρομεσαίοι.
Η ιδιαιτερότητα αυτή της ελληνικής κοινωνίας σφράγισε τις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας, και μαζί με αυτές τις ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργανώνει κατ’ ανάγκην την επιβιωτική στρατηγική της μέσα από έναν ευέλικτο συνδυασμό των προφανών και διαθέσιμων διεξόδων, αλλά και των απομακρυσμένων η και εξεζητημένων προοπτικών. Και, στο πλαίσιο αυτό, οι ανεξάρτητες και αυτοσχέδιες δραστηριότητες και οι προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση δεν εμφανίζονται ως διαζευκτικές επιλογές, αλλά ως αθροιστικές και συμπληρωματικές στρατηγικές. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η καίρια λειτουργική και ιδεολογική σημασία του θεμελιώδους θεσμού της πυρηνικής οικογενείας (και συχνά της ευρύτερης οικογενείας). Ως «οιονεί επιχείρηση» οργανώνεται σαν πάγιο δίκτυο που αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο του ορθολογικού προγραμματισμού ενός κοινού μέλλοντος, που πρέπει να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες. Η συλλογική μνήμη της πρόσφατης ανέχειας είναι πάντα ζωντανή.
Κυριακή 15 Ιουλίου 2012
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ημερομηνία δημοσίευσης: 15/07/2012
Του Βασίλη Μουλόπουλου
Οι
νέες διαχωριστικές γραμμές εξακολουθούν να είναι φτιαγμένες από τα ίδια
παλαιά υλικά: εισοδήματα, εργασία, υγεία, παιδεία, οικογενειακή και
οικονομική κατάσταση, ασφάλεια, σύνταξη. Οι ανισότητες μεγαλώνουν, οι
αντιθέσεις εκρήγνυνται
Ήταν η εποχή που η "μονοταξική κοινωνία" σερβιριζόταν ως κυρίαρχο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο ενός κόσμου, στον οποίον θα υπάρχουν μόνο μεσαίες τάξεις, πολιτική έκφραση των οποίων θα είναι το "κοινωνικό ριζοσπαστικό κέντρο".
Έκτοτε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι της πολιτικής. Η εποχή της ευδαιμονίας, οι δεκαετίες του '80 και του '90, έχουν παρέλθει. Τη διαδέχθηκε η κόλαση που δημιούργησε η μητέρα όλων των κρίσεων. Η ανεργία, η κατεδάφιση των μισθών, η κατάργηση της αγοράς εργασίας, η διάλυση του κοινωνικού κράτους και η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου και του δημόσιου χώρου δεν έσπρωξαν μόνο στη ζώνη της απόλυτης φτώχειας τις ασθενέστερες τάξεις, έπληξαν και ένα μεγάλο μέρος των μεσαίων στρωμάτων, τα οποία προλεταριοποιούνται βίαια.
Αποτέλεσμα η διάλυση του ΠΑΣΟΚ, η διάσπαση και συρρίκνωση της Ν.Δ. και η γέννηση της ΔΗΜ.ΑΡ., ένα κόμμα του σωλήνα, που σχηματίσθηκε για να αντικαταστήσει στο αστικό μπλοκ το απαξιωμένο πολιτικά και ηθικά ΠΑΣΟΚ.
Και η μεσαία τάξη παραμένει το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και της ΔΗΜ.ΑΡ. Μεσαία τάξη που θέλει και ψηφίζει για ένα οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο ρυθμιζόμενο από το αόρατο χέρι της αγοράς.
Έτσι είναι επειδή έτσι τους αρέσει.
Η οικονομική κρίση, λέξη εξοστρακισμένη εδώ και δεκαετίες από το λεξιλόγιο της πολιτικής οικονομίας στις χώρες του παγκοσμιοποιουμένου καπιταλισμού, επιστρέφει για να ταράξει τον ευδαίμονα ύπνο όλων εκείνων που είχαν πιστέψει στο "τέλος της Ιστορίας". Καταστρέφει κράτη, πυρπολεί ανθρώπους, λαούς ολόκληρους.
Οι οικονομικές και κοινωνικές αναταράξεις ανακατεύουν τα μεσαία στρώματα. Το περίφημο κέντρο είναι μια κινούμενη άμμος με διαρκώς μεταβαλλόμενα όρια. Τα παιδιά των "νοικοκυραίων" νιώθουν στο πετσί τους τις νέες μορφές εκμετάλλευσης. Οι άνεργοι, οι συμβασιούχοι, οι μερικής απασχόλησης νέοι, οι απολυμένοι των 40 και 50 ετών είναι και μεσαία στρώματα που η κρίση έχει ισοπεδώσει.
Και σε αυτούς Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. δεν προσφέρουν ούτε διασφάλιση των ταξικών και προσωπικών συμφερόντων τους ούτε προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον. Βλέπουν ένα στατικό τοπίο και να το αναλύουν με προκατασκευασμένα στερεότυπα, είναι και οι τρεις φορείς της ίδιας ουσιαστικά ιδεολογίας και διαφέρουν μόνο στις λεπτομέρειες, στην πολιτική ρητορική και στον τρόπο εφαρμογής της. Διεκδικούν τον ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό χώρο μιας εικονικής πλέον κεντρώας κοινωνίας, χωρίς συγκρούσεις και αντιθέσεις.
Αλλά οι τάξεις είναι ξεροκέφαλες και εξακολουθούν να υπάρχουν.
Οι νέες διαχωριστικές γραμμές εξακολουθούν να είναι φτιαγμένες από τα ίδια παλαιά υλικά: εισοδήματα, εργασία, υγεία, παιδεία, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση, ασφάλεια, σύνταξη. Οι ανισότητες μεγαλώνουν, οι αντιθέσεις εκρήγνυνται. Τα κόμματα πρέπει να διαλέξουν με ποιον είναι. Αυτή είναι η πραγματική κρίση των κομμάτων εξουσίας του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. Αυτό είναι το αδιέξοδο της ΔΗΜ.ΑΡ.
Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012
Ο Εμφυλιος των γενεων.
Η ηλικία και η πολιτική απρέπεια
Ημερομηνία δημοσίευσης: 01/07/2012
Του Δημήτρη Σεβαστάκη*

Το καινούργιο ασημένιο
σεντάν κοκάλωσε στην κεντρική συνοικιακή λεωφόρο. Η κίνηση μπλόκαρε.
Βγήκε η περιπτερού και έδωσε την απογευματινή συντηρητική εφημερίδα. Το
λεωφορείο από πίσω σφύριξε. Ο γέρος έβρισε. Θεωρούσε αδιανόητο να
ανυπομονεί κάποιος 8 το βράδυ να γυρίσει σπίτι του. Κοίταζα τον ζαρωμένο
αντιπαθητικό καρπό να ακουμπάει στο παράθυρο. Ρολόι με ασημένιο
μπρασελέ. Φρίκη. Μου θυμίζει εφορία επί χούντας ή κάτι που έχει σχέση με
αγορά χαρτοσήμων. Πόσα τετραγωνικά θα είναι το αυθαίρετό του; Πότε
καταπάτησε μέσω συνεταιρισμού το οικόπεδο στη Λούτσα; Ποιο βράδυ του '80
έριξε τα παράνομα μπετά; Πρέπει να μισώ τους γεννηθέντες το 1940;
Αυτούς που μόλις προχθές, και εν μέσω κρίσης, εξήγαγαν 20.000 ευρώ στην
Άπω Ανατολή ή τη Γερμανία αγοράζοντας στα 65 ή στα 70 τους καινούργιο
αυτοκίνητο από το εφάπαξ; Αυτούς, που, θέλοντας να «προστατεύσουν» τη
σύνταξή τους, το παλαιό δυάρι που νοικιάζουν σε Ρουμάνους, το οικόπεδο
με το αυθαίρετο στη Λούτσα, το καινούργιο αμάξι euro 5, ψήφισαν τυφλά;
Αυτούς που αψήφησαν τους φοιτητές, τους ντελιβεράδες, την κόρη μου, τους
άνεργους διανοούμενους, τους νέους εργάτες, τις μονογονεϊκές ή στεγνές
νέες οικογένειες;
Πρέπει να μισώ, για λογαριασμό κάθε αφανισμένου, αυτούς που ψήφισαν εναντίον της μεγάλης πραγματικότητας; Είναι πολιτική απάντηση η απέχθεια στον εγωπαθή γέρο; Αυτόν που γλύτωσε απ' όλα; Τον κεντρώο υποθηκοφύλακα όλων των συμβάσεων, κάθε μικροαστισμού, κάθε νοικοκυρίστικης αυτοσυντήρησης; Αυτόν που πήδαγε από νικητήρια παράταξη σε ανερχόμενη παράταξη, αυτόν που μπορούσε να κράζει την «επάρατο» Δεξιά και τώρα τον «λαϊκισμό» - αναλόγως συμφέροντος και δυσώδους ιδιοτέλειας;
Δεν ξέρω αν η άσκηση αυτοσυγκράτησης απέναντι σε μια ιστορική λαϊκή κουτοπονηριά, απέναντι στην έξυπνη θέωση της αντιπαραγωγικότητας, απέναντι στο διαρκές ρουσφετολογικό τέχνασμα είναι πολιτική απάντηση.
Εκείνο που καταλαβαίνω είναι ότι δεν μπορεί να χτιστεί πολιτική απάντηση χωρίς να βάζει μέσα της, χωρίς να εσωτερικεύει και τις ενδιάμεσες ζώνες και τα γκρίζα στοιχεία που αφορούν αυτή την άτυπη, αλλά ευρεία παρεκτροπή.
Την εκτροπή του αυτοαναφορικού ψηφοφόρου που βρίζει το ΠΑΣΟΚ μόνο όταν δεν του «τακτοποίησε» και τον γιο -εκτός από την κόρη και την ανιψιά- στον πολιτικά φιλικό δήμο. Αυτή την ακατάγραπτη, ψιθυριστή απρέπεια που συγκροτεί τον εμφύλιο φόβο των γενεών.
Δεν ξέρω αν τα γενικά εργαλεία της Αριστεράς, τα μεγαλόσχημα και αβρόφρονα εργαλεία με τα οποία ηγείται των οραμάτων, των ψευδαισθήσεων και των κοινωνικών αγώνων, μπορούν να εξηγήσουν και να επιλύσουν, μέσα στην εργαστηριακή τους στιλπνότητα, ακουμπισμένα στην άσπρη αντιβακτηριδιακή πολιτική γάζα. Δίπλα στην τεχνική ανάλυση της μεγάλης σκέψης, της μεγάλης οικονομικής σύνθεσης, δεν ξέρω αν μπορεί να χωρέσει η ανάλυση της απλής απέχθειας.
Σίγουρα, όμως, αυτό το ημίαιμο και ημίφωτο κομμάτι πραγματικότητας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια ρητορική και ενίοτε συγχωρητική προσαρμογή στις γνωστές αριστερές κοινοτοπίες. Το κομμάτι της πραγματικότητας που λέει ότι οι πάνω από 55-60 ετών ψήφισαν συντηρητικά, βυθίζοντας ξανά και με μανία τους νέους στο δανειοληπτικό και εν τέλει παραπολιτικό τέλμα. Ε, αυτό πρέπει να το ξανασκεφτούμε αναθεωρητικά.
Πολλά έχουν πληρώσει οι «απέξω» και οι νέοι, στις εμμονές και στους φόβους των διπλανών τους. Άκομψο βέβαια να εντοπίζεις την ηλικία, δυσνόητο να εντάσσεις στην αριστερή μεθοδολογία βιοψυχολογικές και πολιτιστικές αναλυτικές παραμέτρους.
. Ξέρω τη ζούγκλα, γνωρίζω αυτά τα υβρίδια των 32 χρόνων που γαντζώνονται ως σύμβουλοι και εξωπολιτικοί ειδικοί στις δομές εξουσίας. Γνωρίζω τη θανάτωση που προκαλούν οι δικές τους απολαβές και η αφόρητη, ποζάτη ανικανότητά τους στους ταπεινωμένους συνταξιούχους εργάτες.
Γνωρίζω τους έξυπνους νεο-γέρους θηρευτές των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και της κατάλληλης γνωριμίας - κόμβου.
Βλέπω σ' αυτούς το διαλεκτικό ισοδύναμο του θρασύτατου τέως κατασκευαστή πολυκατοικιών
. Των όντως πολιτικά γέρων του συντηρητισμού και των στρεψόδικων, γηραλέων νέων του αριβιστικού αναλφαβητισμού. Κι αυτό με βοηθάει ν' αγαπήσω τους χαμένους. Να καταλάβω τη βαθιά και άχρονη ηλικία της ανθρωπιστικής απώλειας.
*Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, επ. καθηγητής ΕΜΠ
dsevastakis@arch.ntua.gr
Το
κομμάτι της πραγματικότητας που λέει ότι οι πάνω από 55-60 ετών ψήφισαν
συντηρητικά, βυθίζοντας ξανά και με μανία τους νέους στο δανειοληπτικό
και εν τέλει παραπολιτικό τέλμα
Πρέπει να μισώ, για λογαριασμό κάθε αφανισμένου, αυτούς που ψήφισαν εναντίον της μεγάλης πραγματικότητας; Είναι πολιτική απάντηση η απέχθεια στον εγωπαθή γέρο; Αυτόν που γλύτωσε απ' όλα; Τον κεντρώο υποθηκοφύλακα όλων των συμβάσεων, κάθε μικροαστισμού, κάθε νοικοκυρίστικης αυτοσυντήρησης; Αυτόν που πήδαγε από νικητήρια παράταξη σε ανερχόμενη παράταξη, αυτόν που μπορούσε να κράζει την «επάρατο» Δεξιά και τώρα τον «λαϊκισμό» - αναλόγως συμφέροντος και δυσώδους ιδιοτέλειας;
Δεν ξέρω αν η άσκηση αυτοσυγκράτησης απέναντι σε μια ιστορική λαϊκή κουτοπονηριά, απέναντι στην έξυπνη θέωση της αντιπαραγωγικότητας, απέναντι στο διαρκές ρουσφετολογικό τέχνασμα είναι πολιτική απάντηση.
Εκείνο που καταλαβαίνω είναι ότι δεν μπορεί να χτιστεί πολιτική απάντηση χωρίς να βάζει μέσα της, χωρίς να εσωτερικεύει και τις ενδιάμεσες ζώνες και τα γκρίζα στοιχεία που αφορούν αυτή την άτυπη, αλλά ευρεία παρεκτροπή.
Την εκτροπή του αυτοαναφορικού ψηφοφόρου που βρίζει το ΠΑΣΟΚ μόνο όταν δεν του «τακτοποίησε» και τον γιο -εκτός από την κόρη και την ανιψιά- στον πολιτικά φιλικό δήμο. Αυτή την ακατάγραπτη, ψιθυριστή απρέπεια που συγκροτεί τον εμφύλιο φόβο των γενεών.
Δεν ξέρω αν τα γενικά εργαλεία της Αριστεράς, τα μεγαλόσχημα και αβρόφρονα εργαλεία με τα οποία ηγείται των οραμάτων, των ψευδαισθήσεων και των κοινωνικών αγώνων, μπορούν να εξηγήσουν και να επιλύσουν, μέσα στην εργαστηριακή τους στιλπνότητα, ακουμπισμένα στην άσπρη αντιβακτηριδιακή πολιτική γάζα. Δίπλα στην τεχνική ανάλυση της μεγάλης σκέψης, της μεγάλης οικονομικής σύνθεσης, δεν ξέρω αν μπορεί να χωρέσει η ανάλυση της απλής απέχθειας.
Σίγουρα, όμως, αυτό το ημίαιμο και ημίφωτο κομμάτι πραγματικότητας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια ρητορική και ενίοτε συγχωρητική προσαρμογή στις γνωστές αριστερές κοινοτοπίες. Το κομμάτι της πραγματικότητας που λέει ότι οι πάνω από 55-60 ετών ψήφισαν συντηρητικά, βυθίζοντας ξανά και με μανία τους νέους στο δανειοληπτικό και εν τέλει παραπολιτικό τέλμα. Ε, αυτό πρέπει να το ξανασκεφτούμε αναθεωρητικά.
Πολλά έχουν πληρώσει οι «απέξω» και οι νέοι, στις εμμονές και στους φόβους των διπλανών τους. Άκομψο βέβαια να εντοπίζεις την ηλικία, δυσνόητο να εντάσσεις στην αριστερή μεθοδολογία βιοψυχολογικές και πολιτιστικές αναλυτικές παραμέτρους.
Φυσικά. Όμως πολιτική ανάλυση που
γίνεται σε συνθήκες εργαστηρίου χωρίς να βλέπει τη ζωή και την άδικη ζωή
και τη απρεπή πλευρά της ζωής, δεν μου αρκεί.
Σ' εμένα δεν αρκεί. Ξέρω τη ζούγκλα, γνωρίζω αυτά τα υβρίδια των 32 χρόνων που γαντζώνονται ως σύμβουλοι και εξωπολιτικοί ειδικοί στις δομές εξουσίας. Γνωρίζω τη θανάτωση που προκαλούν οι δικές τους απολαβές και η αφόρητη, ποζάτη ανικανότητά τους στους ταπεινωμένους συνταξιούχους εργάτες.
Γνωρίζω τους έξυπνους νεο-γέρους θηρευτές των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και της κατάλληλης γνωριμίας - κόμβου.
Βλέπω σ' αυτούς το διαλεκτικό ισοδύναμο του θρασύτατου τέως κατασκευαστή πολυκατοικιών
. Ξέρω ότι η εξουσιαστική
κοινωνία εμπρόθετα βυθίζει στον εμφύλιο τα κομμάτια της, ότι κομματιάζει
τα κομμάτια της. Και σκέφτομαι τα παιδιά, τους νέους ως απένταρους
συνταξιούχους, μιξάρω τις ηλικίες, ενώνω τις αιτίες, συνδέω τις λύπες.
Ανάβει το πράσινο. Η αγωνία και η πολιτική απορία με γερνάει. Ή
μάλλον καταφέρνω να εκνευρίζομαι με το διπλό γήρας. Των όντως πολιτικά γέρων του συντηρητισμού και των στρεψόδικων, γηραλέων νέων του αριβιστικού αναλφαβητισμού. Κι αυτό με βοηθάει ν' αγαπήσω τους χαμένους. Να καταλάβω τη βαθιά και άχρονη ηλικία της ανθρωπιστικής απώλειας.
*Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, επ. καθηγητής ΕΜΠ
dsevastakis@arch.ntua.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)